ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΙΔΑΡΙΟΥ

ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ  (και όχι οικόπεδο...)

 

του Κίμωνα Ε. Φουντούλη


Με αφορμή  πρόσφατες δηλώσεις κυβερνητικών και τοπικών παραγόντων υπενθυμίζονται τα οι παρακάτω παλαιότερες προτάσεις, έχοντας στο νου πως σε περιόδους κρίσης ο παράγοντας άνθρωπος και το ηθικό που τον διακρίνει μπορεί να αντισταθμίσει ελλείψεις σε μέσα. Μέσα που κατά την παρούσα περίοδο δύσκολα αποκτώνται ή/και συντηρούνται. Συνεπώς η εκγύμναση της εφεδρείας αποκτά μεγαλύτερη σημασία και οι υφιστάμενες μοναδικές υποδομές του στρατοπέδου Χαϊδαρίου αναδεικύονται σε δυσαναπλήρωτες  παραμέτρους για την διατήρηση του αξιόμαχου των εφέδρων.
Ο ελεύθερος χώρος (και) στρατιωτικής εκπαίδευσης είναι πολύ περισσότερο φιλοπεριβαλλοντικός από κάθε  «απορροφητική αξιοποίηση» διά παραχώρησης ή/και διά μακρόχρονης ενοικίασης…

Υποκειμενικές αλήθειες για την σημασία του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου και την στάση της τοπικής κοινωνίας

Αλήθεια 1η: Το στρατόπεδο επιδρά έως σήμερα, ως ελεύθερος χώρος με δασική βλάστηση, χώμα που απορροφά νερό, μικρή σχετικά δόμηση. Άρα επιδρά ως ΕΥΛΟΓΙΑ στην κακοποιημένη δυτική Αθήνα. Γι’ αυτό και πρέπει να ευχαριστούμε τις ένοπλες δυνάμεις που εμμέσως διέσωσαν μια μεγάλη και κρίσιμη έκταση. Αντίστοιχο ρόλο έχουν παίξει τα 2 ψυχιατρικά νοσοκομεία και ο Διομήδειος Βοτανικός Κήπος.
Αλήθεια 2η: Κάποιοι (αρκετοί και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση) θέλουν στο βουνό να γίνει «της παραλίας»: Καφετέριες, μπαρ, λούνα παρκ, πολυκινηματογράφοι, δηλαδή βιομηχανία αναψυχής και όχι δασική αναψυχή.
Δηλαδή τσιμέντο με ολίγα παρτέρια αντί για πλούσιο δασικό πράσινο που τόσο λείπει από την Αττική.
Δηλαδή κατασκευή «πάρκου αναψυχής» προνομιακών υποδομών, παραχωρημένων σε λίγους (από τους λίγους…) αντί για πάρκο-ανάσα με ελεύθερη πρόσβαση για όσους αγαπούν το πράσινο και δροσιά για όλους τους κατοίκους της δυτικής,  κι όχο μόνο, Αθήνας.
Αλήθεια 3η: Οι σημερινές ισορροπίες και στάσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση της περιοχής δεν προϊδεάζουν για αγωνιστική διεκδίκηση του χώρου, αντιθέτως προιδεάζουν για  συμβιβασμό στο παρασκήνιο. Ίσως όμως να 'ναι προτιμότερη μια ξεκάθαρα συμβιβασμένη στάση από την στάση προηγούμενων που δήθεν πάλευαν ενώ στην ουσία διευκόλυναν τις όποιες κυβερνητικές επιλογές, διαιτητεύοντας τα τοπικά κτηματομεσιτικά συμφέροντα και αποκοιμίζοντας μία κοινωνία που ρέπει στον εφησυχασμό και τον ωχαδελφισμό. Αυτή η «αδράνεια» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ίσως ξυπνήσει / φιλοτιμήσει / επαναστατήσει τους πολίτες.
Αλήθεια 4η: Μαζική αντίδραση πολιτών, ακηδεμόνευτη, προσανατολισμένη για δάσος και όχι δέντρα, με συνέπεια στο χρόνο, έως σήμερα δεν έχουμε ζήσει. Βέβαια όλοι θα το προτιμούσαν πάρκο δίπλα στα σπίτια τους (αυτό άλλωστε δίνει την υπεραξία στις γειτονιές μας και όχι τα ανύπαρκτα έργα υποδομής που δεν έκαναν οι προηγούμενες δημοτικές αρχές).
Συνεπώς, όσοι «πονάνε» πρέπει να δώσουν άμεσα το παρόν: με προσωπικό χρόνο, κατάθεση απόψεων, δημοσιοποίηση αντίθεσης στα κοράκια της οικοπεδοποίησης (σήμερα με τον κίνδυνο του ΤΑΙΠΕΔ που απειλεί ΟΛΗ την δημόσια περιουσία!!!)  , οικονομική συμμετοχή στο νομικό αγώνα που θα στηρίζει το δίκαιο αίτημα για ζωή, "γιατί το δάσος δίνει ζωή"!

 


ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΙΔΑΡΙΟΥ :

Δυνατότητες και προοπτικές βέλτιστης χρήσης

Σ’ ότι αφορά  την ιδιαιτερότητα του χώρου, τον ρόλο της αυτοδιοίκησης, της κεντρικής διοίκησης και του πώς μπορεί να αξιοποιηθεί θετικά για τη χώρα, τη πόλη και τους κατοίκους της η έκταση  του στρατοπέδου παρατίθενται τα παρακάτω:
1. Στρατόπεδα και πολεοδόμηση
 Ίσως υπάρχουν παραδείγματα επαρχιακών πόλεων όπου η απομάκρυνση ενός στρατοπέδου να επιτρέπει οικοδόμηση. Όμως η περίπτωση του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου είναι διαφορετική. Πρόκειται για μη διαμπερή χώρο στις υπώρειες του Ποικίλου Όρους, του βορειοδυτικού ορίου της Αθήνας. Λειτούργησε ως ανάχωμα στην άναρχη αστικοποίηση που σήμερα ξεκινά από την Κορινθία και φθάνει στη Βοιωτία και την Εύβοια, τα καλοκαίρια δε στις Κυκλάδες. Η διάσωση του χώρου του Στρατοπέδου ως περιαστικού δάσους αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την περιβαλλοντική προστασία του Ποικίλου Όρους με ευεργετικές επιδράσεις σε όλη την Δυτική Αττική και το Λεκανοπέδιο (μείωση ακραίων θερμοκρασιών, κατακράτηση σκόνης, αισθητική βελτίωση, άθληση κ.λπ.).
2. Δυνατότητες αποκατάστασης περιβάλλοντος
 Στην κατεστραμμένη και πάμπτωχη Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, στην Αθήνα επί Βαυαρών, δημιουργήθηκε ο σημερινός Εθνικός Κήπος. Η σημερινή Ελλάδα, που δυσκολεύεται ν’ απορροφήσει κοινοτικούς πόρους, διαθέτει ένα ιδανικό πεδίο για καινοτομικές και παραδοσιακές εφαρμογές αποκατάστασης περιβάλλοντος. Πανεπιστήμια, ιδρύματα, μελετητές μπορούν να ανταποκριθούν στην πρόκληση και να δώσουν λύσεις για την αντιπλημμυρική προστασία, αναδάσωση σε δύσκολο έδαφος κ.λπ. Η χρηματοδότηση τόσο από τρέχοντα προγράμματα του EΣΠΑ, όσο και απευθείας από προγράμματα της Ε.Ε. (λόγω ιδιαίτερου χαρακτήρα των αναγκαίων έργων) είναι εφικτή. Απαιτεί όμως πολιτική βούληση. Χρηματοδότηση μπορεί να εξευρεθεί και από ιδιωτικούς πόρους, π.χ. δημιουργία και προβολή ενός προγράμματος που επιτρέπει την ανάληψη μέρους των δαπανών από εταιρείες-χορηγούς που θα «υιοθετήσουν» τμήματα του υπό αναδάσωση χώρου. Η παραπάνω πρόταση συνεπάγεται μακροχρόνια διατήρηση αρκετών θέσεων εργασίας.
3. Προοπτικές πολυχρήσης
Χρήσεις συμβατές με ανάπτυξη δασικού πρασίνου μπορούν να είναι:
 *     Το μουσείο/μνημείο  Εθνικής Αντίστασης στα διατηρητέα κτήρια του στρατοπέδου, χώρου μαρτυρίου επί Ναζιστικής κατοχής.
 *     Διατήρηση σκοπευτηρίων για άσκηση των στρατιωτικών μονάδων της Αττικής, της αστυνομίας, αθλητών και σε τακτική βάση των Εφέδρων (εφόσον βέβαια κρίνεται αναγκαίο!).
 *     Εγκατάσταση και λειτουργία φυτωρίων (ιδιωτικών, δημοτικών, ή δημόσιων).
 *     Υπαίθριοι χώροι υποδοχής πληθυσμού σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης π.χ. μετά από σεισμό.
 *     Διάθεση μέρους του υπάρχοντος κλειστού οδικού δικτύου για την ασφαλή εκπαίδευση και μετεκπαίδευση οδηγών ή την κυκλοφοριακή αγωγή παιδιών.
 *     Περιβαλλοντική εκπαίδευση μαθητών και επισκεπτών.
 *     Φιλοξενία των ήδη αναπτυσσόμενων, στην περιοχή και την Ελλάδα γενικότερα, υπαίθριων αθλητικών δραστηριοτήτων (ορεινή ποδηλασία, αναρρίχηση, πεζοπορία, προσανατολισμός, αιωροπτερισμός, μοντελισμός κ.λπ.).Οι παραπάνω δραστηριότητες αποτελούν δυναμικό κλάδο της βιομηχανίας ελεύθερου χρόνου και δημιουργούν θέσεις εργασίας όπως άλλωστε και οι προηγούμενες χρήσεις.
Οι προτάσεις αυτές είναι ενδεικτικές και παρατίθενται ως πρόκληση για δημιουργική συζήτηση επί των μελλοντικών χρήσεων.
4. Τοπική Αυτοδιοίκηση.  Εμπειρίες και προοπτικές διαχείρισης
 Σήμερα ο χώρος διεκδικείται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η αντίθεσή της στην οικοδόμηση είναι θετική. Εκτίμησή μας είναι πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα στερείται υπεσχημένων πόρων από την Κεντρική Διοίκηση. Όμως και οι πόροι που φτάνουν σ’ αυτήν δεν αξιοποιούνται επαρκώς και συχνά σπαταλώνται. Π.χ. πεζόδρομοι, πάρκα και πλατείες που ανασκάπτονται και «αναμαρμαρώνονται» με κάθε πρόσφορο χρηματοδοτικό μέσο κλπ.
Δυστυχώς η «πιεστική ανάγκη απορρόφησης των πόρων» έχει περιθωριοποιήσει τον ουσιαστικό έλεγχο σκοπιμότητας και ωφέλειας. Συχνά τόσο από την Τοπική αλλά και την Κεντρική Διοίκηση προωθούνται προς υλοποίηση έργα περιττά ή έργα δίχως προοπτική συντήρησης (π.χ. πάρκο Βασίλισσας στους Αγίους Αναργύρους, "Πάρκο νεολαίας" στο Χαϊδάρι κ.λπ.). Αναμφίβολα οι εγκρίνουσες αρχές δεν είναι άμοιρες ευθυνών (Αθήνα και Βρυξέλλες). Όμως τα ατοπήματα αδυνατίζουν κυρίως τη θέση της χώρας και όχι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συνειδητοποιούμε επίσης ότι η Τ.Α. βρίσκεται ουσιαστικά στο απυρόβλητο της κριτικής των κομμάτων, παρά και τις διαπιστώσεις των επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης και του Συνηγόρου του Πολίτη .
 Παρότι λοιπόν θεωρητικά η Τ.Α. προβάλλει ως ο καταλληλότερος και αμεσότερος βαθμός διοίκησης ενός τέτοιου εγχειρήματος, η γνώμη μας είναι πως δίχως έλεγχο των ήδη πεπραγμένων και σαφώς των επικείμενων προγραμμάτων και έργων, δεν πρέπει να κινηθεί αυτόματη διαδικασία παραχώρησης. Η Κεντρική Διοίκηση οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της. Χρειάζεται να υποστηρίξει κριτικά την Τ.Α. ώστε να ανακτήσει την αξιοπιστία της και να παίξει τον κρίσιμο ρόλο της. Η πρότασή μας αφορά κυρίως την ανάπτυξη δασικού πρασίνου με προοπτική τη βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος, στους προστατευόμενους ορεινούς όγκους του Αιγάλεω και του Ποικίλου. Συνεπώς η συνεργασία κατ’ ελάχιστο με την Δασική Υπηρεσία κρίνεται αναγκαία. Το (και ) Υπουργείο Περιβάλλοντος, που προώθησε τον σχετικό, πλήν προβληματικό, νόμο προστασίας των ορεινών όγκων (2742/99), πρέπει επίσης να συμμετάσχει. Διακριτός ρόλος στον έλεγχο αναλογεί και στις οργανώσεις πολιτών (περιβαλλοντικές κ.ά.).
Κίμων Ε. Φουντούλης
www.kimonfountoulis.blogspot.com