Τι συμβαίνει στη Γαλλία;  

 

 

 

 Της Αικ. Γ. Δασκαλοπούλου

 
Ο Γάλλος Πρωθυπουργός François Bayrou προανήγγειλε προσφάτως ότι θα ζητήσει ψήφον εμπιστοσύνης εις τις 8 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να περάσει ένα αυστηρόν νομοσχέδιον λιτότητος ύψους 43–44 δισεκατομμυρίων ευρώ, διά την αντιμετώπισιν του γαλλικού δημοσιονομικού ελλείμματος.
Ο κίνδυνος είναι υψηλός. Κοινοβουλευτικά κόμματα εξ αριστερών και εκ δεξιών (όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα, οι Πράσινοι και ο Εθνικός Συναγερμός – Rassemblement National) έχουν ήδη δεσμευθεί να ψηφίσουν κατά του νομοσχεδίου, θέτοντας εν κινδύνω την κυβέρνησιν Bayrou.
Η παρούσα πολιτική αστάθεια έφερε ραγδαίες επιπτώσεις εις τις ευρωπαϊκές χρηματαγορές: οι μετοχές του CAC 40 καταποντίσθηκαν, το κόστος δανεισμού αυξήθη και οι επενδυτές άρχισαν να δείχνουν διστακτικότητα.
Ο CEO της Carrefour επεσήμανε ότι η πολιτική αβεβαιότης απειλεί να αναζωπυρώσει τον κίνδυνον υφέσεως.
Το γαλλικό δημόσιον χρέος ανέρχεται εις τα €3.3 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το χρέος προς το ΑΕΠ προβλέπεται να υπερβεί το 120% – θα υπερβεί ακόμη και αυτό της Ιταλίας και της Ελλάδος!
Οι προτεινόμενες περικοπές, όπως η κατάργησις δύο δημόσιων αργιών, η αύξησις των φόρων των συνταξιούχων και η επιβάρυνσις των πολιτών με αρκετά ιατρικά έξοδα, έχουν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων.
Η γαλλική πολιτική σκηνή δείχνει εξαιρετικώς διχασμένη και πολωμένη. Ο Πρόεδρος Macron υποστηρίζει, βεβαίως, σθεναρώς τον Πρωθυπουργό Bayrou, αλλά τα κόμματα αντιδρούν μαζικώς εις το νομοσχέδιον το οποίον θεωρούν σκληρό, αποξενωτικόν και κοινωνικώς άδικον.
Με το κοινοβούλιον διασπασμένο, η προοπτική πρόωρων εκλογών φαίνεται λίαν πιθανή, καθώς δεν διαβλέπεται, προς ώρας, συναίνεσις .
 
Ι. Δημοσιονομική πειθαρχία εναντίον κοινωνικής αποδοχής
Η κυβέρνησις επιδιώκει δημοσιονομικήν σταθερότητα, ενθαρρυμένη από τους ευρωπαίους εταίρους, τους δανειστές και τους διεθνείς επενδυτές. Τα μέτρα λιτότητος στοχεύουν εις την μείωσιν του δανεισμού και την αποκατάστασιν της εμπιστοσύνης εις τις αγορές.
Αντιθέτως, τα κόμματα της αριστεράς (LFI, Σοσιαλιστές, Πράσινοι) βλέπουν αυτές τις επιλογές ως επίθεσιν εναντίον των κοινωνικών δομών, ενώ ο Εθνικός Συναγερμός τις απορρίπτει ως υπονόμευσιν της γαλλικής πολιτιστικής και οικονομικής ταυτότητος.
Η κυβέρνησις Bayrou επιθυμεί διακαώς να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνην των αγορών και της Ευρώπης. Αν αποτύχει όμως, θα εδύνατο να ιδεί χιλιάδες επιχειρήσεις να σταματούν τις επενδύσεις τους, με σοβαρές επιπτώσεις εις το ΑΕΠ.
 
ΙΙ. Ένα δύσκολο πολιτικό παζλ
Αυτή τη στιγμή, όλα τα γαλλικά κόμματα έχουν στρατηγικώς στραμμένον του βλέμμα τους εις τις επερχόμενες προεδρικές/κοινοβουλευτικές εκλογές του 2026–2027.
Ο Εθνικός Συναγερμός των Λεπέν-Μπαρντελλά, επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την λαϊκή αγανάκτησιν κατά του κατεστημένου, ενώ η αριστερά προσπαθεί να παρουσιάσει ένα εναλλακτικό σοσιαλδημοκρατικόν αφήγημα.
Ο Πρόεδρος Macron, εις έναν ρόλο αποσταθεροποιητού, ζυγίζει πολιτικώς την αποφυγήν εκλογών, μία κίνησις ήτις, όμως, θεωρείται ριψοκίνδυνη.
 
ΙΙΙ. Αγορές και διεθνής πίεσις
Οι διεθνείς και εγχώριοι επενδυτές, οι αγορές ομολόγων και οι οίκοι αξιολογήσεων επιδεικνύουν αυξανόμενη ανησυχίαν.
Δεδομένων των υψηλών επιτοκίων και της ευρω-εστιασμένης κρίσεως, πιέζουν την Γαλλίαν ώστε να προβεί εις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Ως εκ τούτου η κατάστασις χαρακτηρίζεται έκρυθμος, και αναδεικνύεται εις ένα στρατηγικόν παίγνιον διά δυνατούς λύτες, με ό,τι κινδύνους και αν συνεπάγεται αυτό, διά την πλειοψηφίαν του απλού κόσμου.