ΕΝΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ

Στο τελευταίο τεύχος (198 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2025) της ιστορικής λογοτεχνικής εφημερίδας «ΝΟΥΜΑΣ», στην «Σελίδα της ποίησης» υπάρχει το ποίημα του Αιγαλεώτη ποιητή Θεόδωρου Ταβουλάρη «Στάση νοσταλγίας το τέρμα».
Την δεκαετία του 1960 με 1970 η διαδρομή Αθήνα – Αιγάλεω των παλιών λεωφορείων κατέληγε στην πλατεία Τρούμαν στο Αιγάλεω (Ιερά οδός και Θηβών).
Οι παλιοί Αιγαλεώτες ονόμαζαν το σημείο αυτό «τέρμα».
Ακόμη κι όταν ήθελαν να πάνε στο κέντρο της πόλης επικρατούσε η φράση : «Θα πάω στο τέρμα».
Σε αυτό το ταξίδι ο λογοτέχνης και ποιητής Θεόδωρος Ταβουλάρης μας μεταφέρει και γίνεται φορέας μνήμης, αλήθειας και εξιλέωσης.
Η προσωπική ευαισθησία και η στοχαστική του διάθεση έχοντας την ανάγκη για ψυχική γαλήνη, αναζητά την ομορφιά, μέσα από τους « κραδασμούς» της ποίησής του, αναδεικνύοντας την πόλη του το Αιγάλεω που περνά μέσα από την Ιερά οδό της καρδιάς του.
ΣΤΑΣΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
«ΤΟ ΤΕΡΜΑ»
Στάχτη μεσ’ τα φώτα
η πυρκαγιά της θύμησης
χαμένη στ’ αχνάρια
της αφετηρίας των λεωφορείων της πόλης μου
μια πόλη που δεν σε λογαριάζει
γιατί όλο προχωρεί …
εγώ όμως κρατώ σαν φυλακτό ανθισμένης βροχής
αυτό το «Τέρμα»
σαν πυρετό της μεγάλης νοσταλγίας που με καίει.
Αιγάλεω – Αθήνα
μια διαδρομή που ανασαίνει σαν καρδιοχτύπι
με άπειρους παλμούς στιγμών,
μέσα μου δένεται και λύνεται
αυτός ο κυματισμός της Δυτικής όχθης
αυτή η διαδρομή με το λεωφορείο.
Πάντα κυνηγώ το παράθυρο
για να παρατηρώ τα σπίτια και τους ανθρώπους
που θα φεύγουν πίσω μου,
αφήνομαι στις βαθιές λιακάδες της Ιεράς οδού
στο τοπίο που με χαιρετά
και στο συρτό χορό των δέντρων
σαν τα φυλλώματά τους θροΐζοντας
μου αφηγούνται την ιστορία του δρόμου.
Όλα αυτά έχοντας παρέα
το χοροπηδητό του «αγριμιού»
με το βογγητό της μηχανής
και την κουρασμένη ανάσα
αφήνοντας την μυρωδιά του πετρελαίου
ν’ ανιχνεύει την περιέργειά μου
χαϊδεύοντάς μου τη μύτη.
Με το απότομο σταμάτα ξεκίνα
οι στάσεις χοροπηδούν στον δρόμο
οι πόρτες ανοίγουν μ’ ένα λυγμό
και ένα γδούπο
για να υποδεχθούν το απρόοπτο της περιπέτειας
ανθρώπους, που η αγωνία αν θα χωρέσουν
τους έσπρωχνε βιαστικά και σκοντάφτοντας.
Η ανάγκη συνοδευόταν
από την πλήρωση του οχήματος
κι η μέρα βλάσταινε
με νέους επιβάτες.
Ρέουσες παρουσίες π’ αντηχούσαν
σε σπινθηρίζοντες ήχους
άλλοι ανυπόμονοι κι άλλοι βαριεστημένοι
κι εγώ να γίνομαι συλλέκτης της ροής
όταν διακόπτει τον ειρμό
η φωνή του εισπράκτορα
που λες και παίρνει μπόϊ
απ’ την στολή και το καπέλο
- Μισό βήμα μπροστά παρακαλώ …!
Σ’ αυτή την αδηφάγο διαδρομή
βουλιάζει και υπερυψούται
το λάγνο στόμα του ματιού
θέλοντας να απολαύσει μέχρι το μεδούλι
να ρουφήξει αφιλόκερδα
τη μέθη της αποθανατίζουσας
ανθοφορούσας μέρας
μέχρι ν’ ακούσει
και το τελευταίο φωνήεν από τον εισπράκτορα
- Τέρμα, τα δίφραγκα !
Αυτή η ανάμνηση της διαδρομής
φυσάει σαν άνεμος στην καρδιά μου,
περιμένει ακόμη να φθάσει
το βαρύ λεωφορείο
στη δική μου στάση Νοσταλγίας «Το Τέρμα».
