ΚΟΙΝΩΝΙΑ
- Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2026 10:56
Οι Αλβανοί, δήθεν Πελασγοί

Η συζήτηση περί δήθεν καταγωγής των σύγχρονων Αλβανών από τους Πελασγούς δεν αποτελεί επιστημονική θέση της ιστοριογραφίας, αλλά ένα ιδεολογικό αφήγημα που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο εθνικιστικών αναζητήσεων ταυτότητας στα Βαλκάνια.
Η αποδόμησή του απαιτεί ψυχραιμία, γνώση των πηγών και διάκριση μεταξύ επιστήμης και πολιτικής χρήσης της ιστορίας.
Οι Πελασγοί, όπως εμφανίζονται στις αρχαίες πηγές, δεν αποτελούν μεν ένα σαφώς προσδιορισμένο έθνος με γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια, με την έννοια που ξέρουμε σήμερα, οι αρχαίες αναφορές όμως στον Ησίοδο, τον Αισχύλο και τον Θουκυδίδη τους παρουσιάζουν ξεκάθαρα ως έναν πρωτοελληνικό πληθυσμό με ευρεία γεωγραφική διασπορά στον ελλαδικό και μεσογειακό χώρο.
Αντιθέτως, η εμφάνιση των Αλβανών ως ιστορικού και γλωσσικού υποκειμένου είναι πολύ μεταγενέστερη. Οι πρώτες σαφείς αναφορές σε πληθυσμούς που ταυτίζονται με τους Αλβανούς εντοπίζονται στον Μεσαίωνα, σε πηγές όπως οι βυζαντινοί συγγραφείς, χωρίς όμως να υπάρχει αδιάσπαστη φυλετική συνέχεια με προϊστορικούς πληθυσμούς, όπως στην περίπτωση των Ελλήνων.
Η ίδια η αλβανική ιστοριογραφία μετακινήθηκε διαχρονικώς μεταξύ διαφορετικών θεωριών καταγωγής (π.χ. Ιλλυρική, Καυκάσια), γεγονός που αποκαλύπτει την αβεβαιότητα και όχι τη βεβαιότητα της επιστήμης στο ζήτημα.
Η θεωρία της «πελασγικής καταγωγής» των Αλβανών εμφανίζεται κυρίως στον 20ό αιώνα και ενισχύεται ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1990, όταν άρχισε να προωθείται και σε επίσημο επίπεδο στην Αλβανία.
Η υιοθέτησή της δεν βασίζεται σε νέα αρχαιολογικά ή γλωσσολογικά δεδομένα, αλλά σε ιδεολογική ανάγκη.
Αυτήν της κατασκευής μιας αρχαιότητας βαθύτερης και ενδοξότερης, ικανής να ανταγωνιστεί τα ιστορικά αφηγήματα των γειτονικών λαών (κυρίως των Ελλήνων).
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο πολιτικός χαρακτήρας του ζητήματος. 
Στον 19ο αιώνα, κατά τη συγκρότηση των σύγχρονων κρατών στα Βαλκάνια, μεγάλες δυνάμεις όπως η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία ενίσχυσαν την ανάπτυξη αλβανικής εθνικής συνείδησης για γεωπολιτικούς λόγους, επιδιώκοντας να ανακόψουν την επιρροή της Ελλάδας και της Σερβίας.
Η δημιουργία εθνικής ταυτότητος συνοδεύτηκε, όπως συμβαίνει συχνά, από την κατασκευή ιστορικών μύθων.
Η επίκληση των Πελασγών εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Δεν είναι προϊόν επιστημονικής ανακάλυψης αλλά πολιτικής χρησιμότητας.
Τα «ύπουλα κέντρα» που λογικώς φαντάζεται κανείς ότι υπάρχουν, δεν είναι απαραίτητα μυστικές οργανώσεις, αλλά ένα πλέγμα ιδεολογικών μηχανισμών.
Εθνικιστική διανόηση, κρατικοί θεσμοί, εκπαιδευτικά συστήματα και, παλαιότερα, γεωπολιτικές παρεμβάσεις ξένων δυνάμεων.
Σήμερα, ο ρόλος αυτός ενισχύεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου απλοϊκές και ανιστόρητες θεωρίες αναπαράγονται χωρίς έλεγχο, αποκτώντας μαζική απήχηση, κυρίως σε αμόρφωτους πληθυσμούς.
Η αντιεπιστημονικότητα αυτών των ισχυρισμών γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν επεκτείνονται σε ακραίες μορφές, όπως η απόδοση «αλβανικότητας» σε κορυφαίες μορφές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.
Έχουν διατυπωθεί γελοιοδέστατοι ισχυρισμοί ότι προσωπικότητες όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Πύρρος, ακόμη και μυθολογικές μορφές και θεότητες, έχουν αλβανική προέλευση, συχνά μέσω αυθαίρετων ετυμολογιών.
Αυτές οι προσεγγίσεις αγνοούν βασικές αρχές της ιστορικής γλωσσολογίας και της αρχαιολογίας, υποκαθιστώντας την επιστημονική μέθοδο με επιφανειακές ομοιότητες λέξεων.
Εν κατακλείδι, η σύνδεση των σύγχρονων Αλβανών με τους Πελασγούς δεν στηρίζεται σε αξιόπιστα ιστορικά, αρχαιολογικά ή γλωσσολογικά δεδομένα, και είναι απλώς για...γέλια.
Πρόκειται για ιδεολογική κατασκευή που εξυπηρετεί την ανάγκη εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης σε ένα ανταγωνιστικό βαλκανικό περιβάλλον.
Η επιστήμη της ιστορίας, όταν λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητες, δεν επιβεβαιώνει τέτοιες συνέχειες, αλλά αντίθετα αναδεικνύει την πολυπλοκότητα και τη διαρκή μεταβολή των ταυτοτήτων στον χώρο και στον χρόνο.
3/2026
















